αποδιδρασκίνδα

αποδιδρασκίνδα
ἀποδιδρασκίνδα, η (Α) [αποδιδράσκω]
παιδικό παιχνίδι, κρυφτό.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”